Τίτλος πρωτότυπου: Mary Eleanor Wilkins Freeman "The Wind in the Rose-Bush" (1903)
Το "The Wind in the Rose-Bush" είναι μία από τις πιο χαρακτηριστικές και αγαπημένες ghost stories της Mary E. Wilkins Freeman (1852–1930), της σημαντικής Αμερικανίδας συγγραφέως της regional New England λογοτεχνίας και του υπερφυσικού. Η ιστορία πρωτοδημοσιεύτηκε το 1903 και δίνει τον τίτλο της σε ολόκληρη τη συλλογή The Wind in the Rose-bush and Other Stories of the Supernatural, που θεωρείται κλασικό έργο του αμερικανικού «regional gothic» και ψυχολογικού υπερφυσικού τρόμου.
Αναδεικνύει με μαεστρία την ένταση μεταξύ ορατού και αόρατου, χρησιμοποιώντας το υπερφυσικό ως όχημα για να εξερευνήσει κοινωνικά και ψυχολογικά ζητήματα της Νέας Αγγλίας του 19ου αιώνα. Το κεντρικό σύμβολο, η τριανταφυλλιά που κινείται βίαια χωρίς αέρα, λειτουργεί ως μεταφορά για τις αόρατες δυνάμεις καταπίεσης που διαπερνούν την καθημερινότητα. Αυτό το φαινόμενο δεν είναι τυχαίο: υποδηλώνει την παρουσία ενός φαντάσματος, αλλά και την ψυχολογική βία που ασκείται σε γυναίκες μέσα σε πατριαρχικές δομές. Η Freeman, με φόντο την πουριτανική ηθική, δείχνει πώς η φαινομενική ηρεμία κρύβει βαθιά τραύματα, όπως η αδιαφορία και η συναισθηματική απομόνωση.
Η πρωταγωνίστρια, Rebecca Flint, αντιπροσωπεύει μια γυναίκα ανεξάρτητη και πρακτική, που έρχεται από την πόλη για να διεκδικήσει την ανιψιά της. Η άφιξή της στο σπίτι της κ. Dent αποκαλύπτει μια δυναμική εξουσίας: η Dent, ως θεία εξ αγχιστείας, ενσαρκώνει την καταπιεστική φιγούρα που ελέγχει το περιβάλλον με αυστηρότητα και μυστικά. Η Rebecca, με την ορθολογική της προσέγγιση, αρχικά απορρίπτει τα υπερφυσικά σημάδια, αλλά σταδιακά τα αντιμετωπίζει ως αποδείξεις μιας βαθύτερης αδικίας. Αυτή η σύγκρουση ανάμεσα σε λογική και υπερφυσικό αντικατοπτρίζει την εσωτερική μάχη των γυναικών της εποχής, που παλεύουν να εκφράσουν τα συναισθήματά τους σε ένα περιβάλλον που τα καταστέλλει.
Το υπερφυσικό στοιχείο δεν είναι τρομακτικό· είναι θλιβερό και κατηγορηματικό. Η κίνηση της τριανταφυλλιάς, που θυμίζει βίαιο χτύπημα, συμβολίζει την αόρατη βία – σωματική ή συναισθηματική – που υφίστανται οι γυναίκες. Η Freeman χρησιμοποιεί αυτό το μοτίβο για να κριτικάρει την πατριαρχία: οι άνδρες απουσιάζουν αλλά η κληρονομιά τους (όπως ο πατέρας της Agnes) επιβάλλεται μέσα από κοινωνικές νόρμες. Η Agnes, ως φάντασμα-παρουσία, γίνεται σύμβολο της χαμένης αθωότητας, θύμα μιας οικογενειακής δυναμικής που προτιμά την εμφάνιση από την ουσία. Η ιστορία υπονοεί ότι η καταπίεση αυτή δεν είναι μόνο ατομική, αλλά κοινωνική, ριζωμένη στην πουριτανική κουλτούρα που τιμωρεί την έκφραση και ευνοεί την καταστολή.
Στυλιστικά, η Freeman υιοθετεί μια λιτή, σχεδόν ξηρή αφήγηση, που ενισχύει τον τρόμο μέσω υπονοούμενων. Δεν υπάρχουν δραματικές κορυφώσεις· ο τρόμος χτίζεται μέσα από καθημερινές λεπτομέρειες, όπως η επανάληψη του φαινομένου με την τριανταφυλλιά. Αυτή η προσέγγιση θυμίζει τον Henry James, αλλά με έμφαση στη γυναικεία εμπειρία. Η γλώσσα είναι ακριβής, με διάλογους που αποκαλύπτουν χαρακτήρες χωρίς υπερβολές, ενώ το τέλος αφήνει μια αίσθηση ανοιχτής ερμηνείας: είναι το υπερφυσικό πραγματικό, ή προβολή ενοχής; Αυτή η αμφισημία ενισχύει το θέμα της ψυχολογικής βίας, δείχνοντας πώς τα απωθημένα συναισθήματα "στοιχειώνουν" την πραγματικότητα.
Συνολικά, η ιστορία ξεπερνά το είδος του ghost story, ως κριτική της γυναικείας θέσης. Η Freeman, μέσα από το υπερφυσικό, φωτίζει πώς η κοινωνία "σκοτώνει" αργά τις γυναίκες, αφήνοντάς τες να "κινούνται" σαν φύλλα χωρίς αέρα – ορατές, αλλά αδύναμες.
Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ:
https://www.gutenberg.org/ebooks/1617
Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Τίτλος πρωτότυπου: A. Merritt "The Last Poet and the Robots" (1934)
Το διήγημα του Abraham Merritt, γνωστό με δύο τίτλους, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της pulp επιστημονικής φαντασίας των δεκαετιών 1920-1930. Ο Merritt φημίζεται για την "πορφυρή πεζογραφία" του – μια υπερβολική, ποιητική γλώσσα γεμάτη αισθητικές περιγραφές, που μετατρέπει την επιστημονική φαντασία σε σχεδόν μυστικιστική εμπειρία. Σε αυτή την ιστορία, το στυλ αυτό δεν είναι απλώς διακοσμητικό, αλλά οργανικό μέρος της θεματικής: η τέχνη και η αισθητική γίνονται όπλα ενάντια στην μηχανική τυραννία. Η ιστορία πρωτοεμφανίστηκε ως «The Last Poet and the Robots» το Απρίλιο 1934 ως 11ο κεφάλαιο στο διάσημο round-robin serial Cosmos που δημοσιεύτηκε στο fanzine Fantasy Magazine. Το Cosmos ήταν μια συνεργατική νουβέλα-παζλ με 17 κεφάλαια από πολλούς συγγραφείς. Πολλοί θεωρούν το κεφάλαιο του Merritt το καλύτερο από όλα. Τον Οκτώβριο του 1936 ο ίδιος ο Merritt πήρε αυτό το κεφάλαιο, το αναθεώρησε ελαφρώς και το εξέδωσε ως αυτόνομη ιστορία στο pulp περιοδικό Thrilling Wonder Stories με τον τίτλο «Rhythm of the Spheres».
Κεντρικό θέμα είναι η σύγκρουση μεταξύ ανθρώπινης δημιουργικότητας και μηχανικής λογικής. Ο πρωταγωνιστής, Narodny, ενσαρκώνει τον "τελευταίο ποιητή" – έναν υπεράνθρωπο που συνδυάζει επιστήμη, τέχνη και φιλοσοφία. Ζει σε ένα υπόγειο καταφύγιο, μακριά από τον κόσμο που κυριαρχείται από ρομπότ. Αυτή η απομόνωση συμβολίζει την αποξένωση του καλλιτέχνη σε μια εποχή εκμηχανισμού, όπου η ανθρώπινη ψυχή απειλείται από την ψυχρή αποτελεσματικότητα. Ο Merritt αντλεί από ρομαντικές ιδέες: ο Narodny δεν είναι απλός επιστήμονας, αλλά ένας "μουσικός των άστρων", που μετατρέπει κοσμικές ακτίνες σε συμφωνίες. Αυτό παραπέμπει στην αρχαία έννοια της "μουσικής των σφαιρών" (harmonia mundi), από τον Πυθαγόρα και τον Πλάτωνα, όπου το σύμπαν είναι μια αρμονική δομή. Ο Merritt την εκσυγχρονίζει, κάνοντάς την όπλο: η "ρυθμική δόνηση" των σφαιρών γίνεται μέσο καταστροφής, υπονοώντας ότι η τέχνη μπορεί να νικήσει την τεχνολογία όχι με βία, αλλά με αισθητική υπεροχή.
Τα ρομπότ, από την άλλη, αντιπροσωπεύουν την απειλή του ολοκληρωτισμού και της απώλειας ατομικότητας. Ο Merritt προβάλλει τα ρομπότ ως "κρυφή κυβέρνηση" που ελέγχουν τον κόσμο, διαταράσσοντας την κοσμική αρμονία. Δεν είναι απλοί εχθροί, αλλά σύμβολα μιας κοινωνίας όπου η δημιουργικότητα καταπιέζεται. Η "αισθητική ενόχληση" που νιώθει ο Narodny από τις μηχανικές παρεμβάσεις τους – σαν "φάλτσα νότα" στο σύμπαν – μετατρέπει την ιστορία σε αλληγορία: η τέχνη δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα για την επιβίωση της ανθρωπότητας. Η επίλυση, μέσω ενός "μουσικού θανάτου", είναι ποιητική εκδίκηση: ο Narodny χρησιμοποιεί δονήσεις για να "σπάσει" τα ρομπότ, όπως ένας μαέστρος διορθώνει μια κακοφωνία. Σε σχέση με άλλα έργα του Merritt, όπως το The Metal Monster (1920), όπου μηχανές ζωντανεύουν, εδώ η απειλή είναι πιο φιλοσοφική: όχι η εξέγερση των μηχανών, αλλά η σταδιακή υποταγή του ανθρώπου. Αυτό προοιωνίζει μεταγενέστερα έργα, όπως το I, Robot του Asimov, αλλά με ρομαντική χροιά.
Συμβολικά, η "μουσική των σφαιρών" ενώνει επιστήμη και μυστικισμό, αντανακλώντας τις επιρροές του Merritt από αρχαίες μυθολογίες και σύγχρονες θεωρίες (π.χ. ακτίνες κοσμικών ακτινοβολιών). Η ιστορία κριτικάρει τον υλισμό: τα ρομπότ, χωρίς ψυχή, δεν μπορούν να "ακούσουν" την αρμονία, άρα είναι καταδικασμένα. Ωστόσο, η λύση είναι ελιτίστικη – μόνο ο υπεράνθρωπος σώζει τον κόσμο – αποκαλύπτοντας μια ρομαντική, σχεδόν νιτσεϊκή άποψη για την τέχνη ως δύναμη των εκλεκτών.
Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ:
https://freeread.de/@RGLibrary/AbrahamMerritt/ShortStories/TheLastPoetAndTheRobots.html
Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Επιστολή προς το Σούρα - Πλίνιος ο Νεότερος | Ηχητικό Βιβλίο Ελληνικά - Audiobook
Τίτλος πρωτότυπου: Gaius Plinius Caecilius Secundus "C. Plinius Licinio Surae suo S." (106-107 μ.Χ.)
Ο Γάιος Πλίνιος Καικίλιος (61 - 113 μ.Χ.), γνωστότερος ως Πλίνιος ο Νεότερος, ήταν δικηγόρος, συγγραφέας και δικαστής της αρχαίας Ρώμης. Ήταν ανιψιός του Πλίνιου του Πρεσβύτερου, ο οποίος συμμετείχε στην ανατροφή του. Έγραψε ποίηση, ρητορικούς λόγους και επιστολές προς δημοσίευση, ένα νέο, υποκειμενικό είδος μη μυθοπλαστικού πεζού λόγου. Ήταν αυτόπτης μάρτυρας της έκρηξης του Βεζούβιου, το 79 όταν καταστράφηκε η Πομπηία, και η μαρτυρία του διασώθηκε σε δύο επιστολές του. Μετά από μία πολύχρονη πολιτική καριέρα και ανέλιξη στα κρατικά αξιώματα, το 110 διορίστηκε πρέσβης του Αυτοκράτορα στη Βιθυνία. Σε επιστολή που έγραψε το 112 στον αυτοκράτορα Τραϊανό ζητούσε οδηγίες για τη μεταχείριση των χριστιανών της Βιθυνίας. Ήταν η εποχή που εξαπλωνόταν η νέα θρησκεία και ο Πλίνιος διεξήγαγε ανακρίσεις και έρευνες.
Ο Αθηνόδωρος ο Σάνδωνος (το «Σάνδωνος» επειδή ο πατέρας του ονομαζόταν «Σάνδων», 74 π.Χ.–7 μ.Χ.) ήταν στωικός φιλόσοφος, γνωστός και ως «Κανανίτης» από τον τόπο καταγωγής του, ένα μικρό χωριό κοντά στην Ταρσό. Κατά τον Στράβωνα, ο Αθηνόδωρος είχε γνώσεις Φυσικής γεωγραφίας. Aπό τα έργα του Αθηνοδώρου το γνωστότερο ήταν το «Περί σπουδής και παιδείας (παιδιάς;)», από το οποίο σώθηκαν αποσπάσματα. Επίσης, συνέγραψε το χαμένο έργο «Περί Ταρσού».
Η επιστολή 7.27 από το Βιβλίο VII των Επιστολών (Epistulae) του Πλίνιου, γραμμένη γύρω στο 107 μ.Χ. είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και διάσημες επιστολές του, επειδή πραγματεύεται το θέμα των φαντασμάτων και του υπερφυσικού με έναν σκεπτικιστικό αλλά και ανοιχτόμυαλο τρόπο, χαρακτηριστικό της ρωμαϊκής ελίτ της εποχής. Στην επιστολή αυτή, ο Πλήνιος απευθύνεται στον φίλο του Λικίνιο Σούρα (έναν επιφανή Ρωμαίο πολιτικό και λόγιο) και του ζητά τη γνώμη του για το αν υπάρχουν πραγματικά φαντάσματα ή αν πρόκειται για ψευδαισθήσεις. Ο Πλήνιος δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση· λέει ότι είναι πρόθυμος να πιστέψει αν υπάρχουν αξιόπιστες μαρτυρίες, και ζητά από τον Σούρα να τον διαφωτίσει. Αυτή η επιστολή θεωρείται μία από τις πρώτες καταγεγραμμένες "ιστορίες φαντασμάτων" στη δυτική λογοτεχνία και έχει επηρεάσει πολλούς μεταγενέστερους συγγραφείς τρόμου.
Η αφήγηση αντανακλά ρωμαϊκές πεποιθήσεις για τα manes (ψυχές νεκρών) που στοιχειώνουν αν δεν ταφούν σωστά, συνδυάζοντας φόβο με λογική επίλυση. Ο Πλήνιος παρουσιάζει την ιστορία με σκεπτικισμό και ανοιχτότητα, τονίζοντας την περιέργεια αντί τον τρόμο – χαρακτηριστικό της ελίτ εποχής. Ο Αθηνόδωρος ενσαρκώνει τη στωική αταραξία: η φιλοσοφία νικά το υπερφυσικό. Η ιστορία επηρέασε βαθιά τη γοτθική λογοτεχνία (π.χ. Dickens, Bulwer-Lytton) και θεωρείται πρότυπο "haunted house": φάντασμα με αλυσίδες, άταφο σώμα, εξιλέωση μέσω ταφής.
Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ στην αγγλική γλώσσα:
https://gutenberg.org/files/2811/2811-h/2811-h.htm
Εικόνα: Athenodorus and the Ghost, Henry Justice Ford, c. 1900
Μετάφραση, από τα αγγλικά, και ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Τίτλος πρωτότυπου: H. P. Lovecraft "The Dream-Quest of Unknown Kadath" (1927)
Η νουβέλα «The Dream-Quest of Unknown Kadath» (1926-1927) του H. P. Lovecraft αποτελεί κορυφαίο έργο του Dream Cycle του, μια ποιητική οδύσσεια στις Ονειροχώρες (Dreamlands), αλλά και μεταβατικό κείμενο προς το κοσμικό τρόμο του Mythos.
Ο Lovecraft ξεκίνησε το χειρόγραφο το φθινόπωρο του 1926 και το ολοκλήρωσε στις 22 Ιανουαρίου 1927, σε μια περίοδο που πειραματιζόταν με μεγαλύτερα μήκη κειμένων (ακολούθησε αμέσως το μυθιστόρημα "The Case of Charles Dexter Ward"). Το θεωρούσε «όχι ιδιαίτερα καλό» και δεν το υπέβαλε ποτέ για δημοσίευση· παρέμεινε αδημοσίευτο και μη αναθεωρημένο μέχρι το 1943, όταν εκδόθηκε μεταθανάτια από την Arkham House στη συλλογή "Beyond the Wall of Sleep". Αυτή η έλλειψη επεξεργασίας εξηγεί εν μέρει την πυκνή, μερικές φορές υπερβολική πρόζα και τις μικρές ασυνέπειες.
Η κύρια επιρροή είναι ο Lord Dunsany, τον οποίο ο Lovecraft ανακάλυψε το 1919 και θαύμαζε βαθύτατα. Η εξωτική, ονειρική ατμόσφαιρα, οι καπριτσιόζοι θεοί και οι μαγευτικές πόλεις θυμίζουν έντονα τα Pegāna και The Gods of Pegāna του Dunsany – ο ίδιος ο Dunsany, όταν διάβασε απόσπασμα το 1948, σχολίασε «δανείστηκε το στυλ μου, αλλά δεν το μετανιώνω». Άλλες επιρροές περιλαμβάνουν το γοτθικό φανταστικό του William Beckford (Vathek, 1786, για την αδιάκοπη αφήγηση χωρίς κεφάλαια) και τον Nathaniel Hawthorne (π.χ. The Marble Faun). Κάποιοι κριτικοί (όπως ο Robert M. Price) βλέπουν και παράλληλισμούς με τα μυθιστορήματα Barsoom του Edgar Rice Burroughs, λόγω της επικής περιπέτειας.
Το έργο λειτουργεί ως σύνθεση του Dream Cycle: ενώνει στοιχεία από προηγούμενες ιστορίες όπως The Cats of Ulthar (γάτες, Ulthar), Celephaïs (Kuranes), Pickman's Model (ο Pickman ως ghoul), The Other Gods (Atal, Barzai). Ταυτόχρονα, εισάγει κοσμικά στοιχεία του Mythos: Nyarlathotep, Azathoth, Pnakotic Manuscripts, Plateau of Leng – δημιουργώντας γέφυρα μεταξύ φαντασίας και τρόμου. Ο Randolph Carter είναι ημι-αυτοβιογραφικός: μυστικιστής ονειροπόλος σαν τον ίδιο τον Lovecraft, που νοσταλγεί την παιδική αθωότητα.
Κεντρικό θέμα είναι η νοσταλγία και η ματαιότητα της απόλυτης αναζήτησης: η «θαυμαστή πόλη του ηλιοβασιλέματος» αποκαλύπτεται ως ιδεατοποιημένη Βοστώνη της παιδικής ηλικίας του Carter (και του Lovecraft), υπενθυμίζοντας ότι η αληθινή μαγεία κρύβεται στην καθημερινή πραγματικότητα, όχι σε μακρινά, εξωτικά βασίλεια. Η περιπέτεια γίνεται αλληγορία για την ωρίμανση: η υπερβολική λαχτάρα για το άπιαστο οδηγεί σε κίνδυνο (Nyarlathotep ως πειρασμός). Παρά την ποιητική ομορφιά, υποβόσκει κοσμικός τρόμος – οι θεοί είναι αδιάφοροι, η πραγματικότητα εύθραυστη.
Η Kadath διχάζει: για κάποιους είναι ακατέργαστη και υπερβολική, για άλλους το πιο προσωπικό και αισιόδοξο έργο του Lovecraft – ένας ύμνος στη δύναμη του ονείρου, αλλά και προειδοποίηση για τα όριά του.
Το πρωτότυπο έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ:
https://www.hplovecraft.com/writings/texts/fiction/dq.aspx
Εικόνα από το εξώφυλλο έκδοσης 1973
Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Τίτλος πρωτότυπου: Gustavo Adolfo Bécquer "Maese Pérez, el Organista" (1861)
Το διήγημα «Maese Pérez, el Organista» του Gustavo Adolfo Bécquer είναι μια ρομαντική "λεγένδα" (Leyendas), που συνδυάζει γοτθικά στοιχεία, υπερφυσικό και θρησκευτική ευλάβεια. Διαδραματίζεται στη Σεβίλλη του 17ου αιώνα, στο μοναστήρι Santa Inés, κατά τις Παραμονές Χριστουγέννων.
Ο πρωταγωνιστής, ο τυφλός και ταπεινός οργανίστας Πέρεθ, παράγει μουσική θεϊκής ομορφιάς, σαν αγγελική. Η πλοκή εξελίσσεται σε τρεις διαδοχικές Χριστουγεννιάτικες Μεσονύκτιες Λειτουργίες. Θεματικά, εξερευνά τη δύναμη της τέχνης που υπερβαίνει τον θάνατο, την ταπεινότητα απέναντι στην υπερηφάνεια, την πίστη και το υπερφυσικό ως γέφυρα μεταξύ γήινου και ουράνιου. Το στυλ είναι ποιητικό, ατμοσφαιρικό, με λαϊκή αφήγηση (αφηγητής-μάρτυρας) που ενισχύει την αυθεντικότητα, εμπνευσμένο από το ρομαντισμό. Η μουσική συμβολίζει το άφατο, το ιερό, ενώ ο θάνατος παρουσιάζεται ως μετάβαση, όχι τέλος. Δυαδικότητες (ζωή/θάνατος, ταπεινότητα/υπερηφάνεια), τόνος συνομιλίας και νόμοι αφήγησης folklore ενισχύουν το μυστήριο.
Η ιστορία δεν βασίζεται σε συγκεκριμένο ιστορικό θρύλο, αλλά αντλείται από ισπανική λαϊκή παράδοση, με θέματα φαντασμάτων σε εκκλησίες, θαυμάτων και στοιχειωμένων οργάνων. Ο Bécquer, επηρεασμένος από γοτθικό ρομαντισμό, μεταμορφώνει λαϊκές ιστορίες σε λογοτεχνία, προσθέτοντας χριστιανικά/υπερφυσικά στοιχεία (π.χ. πνεύματα που επιστρέφουν για ιερά καθήκοντα). Παρόμοιες παραλλαγές υπάρχουν σε άλλους συγγραφείς (π.χ. Alarcón), αλλά αυτή είναι πρωτότυπη δημιουργία του, γραμμένη στο μοναστήρι Veruela (1864) εν μέσω προσωπικών δυσκολιών.
Το διήγημα δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό «El Contemporáneo» (1861-64). Μετά τον θάνατο του Bécquer (1870), φίλοι (Rodríguez Correa) συγκέντρωσαν τα χειρόγραφα για φιλανθρωπικό σκοπό, εκδίδοντας τις «Leyendas» στο «Obras» (1871, Μαδρίτη). Θεωρείται κλασικό έργο του ισπανικού ρομαντισμού και συχνά διαβάζεται τα Χριστούγεννα.
Το πρωτότυπο έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ:
https://www.cervantesvirtual.com/obra-visor/maese-perez-el-organista/html/c4abaf52-a0fa-11e1-b1fb-00163ebf5e63_2.html
Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Τίτλος πρωτότυπου: Lafcadio Hearn "The Story of Ming-Y"
Πρώτη έκδοση στη συλλογή Some Chinese Ghosts (1887)
Η «Ιστορία του Ming-Y» είναι μία από τις πιο εκλεπτυσμένες και μελαγχολικές κινεζικές «ιστορίες φαντασμάτων» του Lafcadio Hearn, γραμμένη πριν ακόμα εγκατασταθεί στην Ιαπωνία. Αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του τρόπου με τον οποίο ο Hearn επεξεργάζεται τους ανατολικούς θρύλους για να δημιουργήσει ένα υβρίδιο ποίησης, υπερφυσικού και ηθικής αμφισημίας. Το κείμενο δεν ενδιαφέρεται τόσο για την εξωτερική δράση όσο για τη συγκρουσιακή εμπειρία ενός ανθρώπου που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κόσμους: τον κόσμο των ζωντανών κοινωνικών υποχρεώσεων και τον κόσμο της γοητευτικής, αινιγματικής ελευθερίας.
Κεντρικό θέμα είναι ο πειρασμός της εσωτερικής φυγής. Ο Ming-Y, μορφωμένος και ευγενικός, φέρει την ευθύνη μιας κοινωνικής διαδρομής που απαιτεί πειθαρχία, συνέχεια και αφοσίωση. Η παρουσία του ξένου θηλυκού στοιχείου (της μυστηριώδους Sié-Thao) έρχεται σαν άρνηση αυτής της διαδρομής: αντιπροσωπεύει ελευθερία, αισθησιασμό, αποδέσμευση από τον κώδικα. Η ιστορία όμως δεν θέτει την ηθική αντιπαράθεση με απλά δίπολα «σωστού–λάθους». Αντίθετα, διερευνά τον τρόπο με τον οποίο η ανθρώπινη επιθυμία αναζητά τόπους όπου να μπορεί να υπάρξει αυθεντικά, ακόμη κι αν αυτοί οι τόποι βρίσκονται πέρα από τα όρια του φυσικού κόσμου.
Τυπικό στοιχείο της γραφής του Hearn είναι ότι αποφεύγει τις απόλυτες ερμηνείες. Η ατμόσφαιρα παραμένει ομιχλώδης, ποιητικά υπαινικτική. Η Sié-Thao δεν παρουσιάζεται απλώς ως αυθεντία του υπερφυσικού αλλά ως σύμβολο της δύναμης που έχει η ανθρώπινη φαντασία να κατασκευάζει κόσμους για να καταφύγει. Το ενδιαφέρον της ιστορίας βρίσκεται στη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη γοητεία και στον κίνδυνο, ανάμεσα στην επιθυμία να αφεθεί κανείς σε ένα όνειρο και την ανάγκη να αναγνωρίσει τα όριά του.
Επιπλέον, ο Hearn εισάγει μια διάκριση ανάμεσα σε εξωτερική κοινωνική τάξη και εσωτερική ψυχική τάξη. Ο Ming-Y καλείται διακριτικά να αναμετρηθεί με το ερώτημα: ποιο μέρος του εαυτού του κινείται μέσα από κανόνες, και ποιο αναζητεί μια πιο ενστικτώδη μορφή πληρότητας; Αυτή η σύγκρουση, θεμελιωμένη στην παράδοση των κινεζικών ιστοριών φαντασμάτων, λειτουργεί εδώ ως υπαρξιακή διερώτηση.
Τελικά, η ιστορία δεν επιχειρεί να τρομάξει αλλά να δημιουργήσει μια μελαγχολική, ονειρική ένταση, όπου ο έρωτας, η επιθυμία και η πραγματικότητα αλληλοδιεισδύουν χωρίς καθαρά σύνορα. Η δύναμή της βρίσκεται στη λεπτομέρεια της ατμόσφαιρας και στη βαθιά, σχεδόν μουσική της ρυθμικότητα, που αφήνει τον αναγνώστη να αιωρείται ανάμεσα στο ορατό και το αόρατο.
Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ:
https://www.gutenberg.org/ebooks/16261
Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).
Τίτλος πρωτότυπου: M. R. James "Canon Alberic's Scrap-Book" (1895)
Σημείωση μετάφρασης: Ο τίτλος Κανονικός (Canon) αναφέρεται σε ιερέα της Καθολικής Εκκλησία, μέλος του καθεδρικού κλήρου (chapter), που έχει συγκεκριμένα καθήκοντα στο ναό.
Το Canon Alberic's Scrap-Book είναι ένα διήγημα τρόμου του Άγγλου συγγραφέα Montague Rhodes James, που γράφτηκε το 1892 ή το 1893 και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1895 στο περιοδικό National Review. Είναι η παλαιότερη γνωστή ιστορία τρόμου του και η πρώτη (μαζί με το «Lost Hearts») που διαβάστηκε στο «Chitchat Society» του King's College του Κέιμπριτζ, όπου πολλές από τις ιστορίες του έκαναν το δημόσιο ντεμπούτο τους. Στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στην πρώτη συλλογή διηγημάτων του, Ghost Stories of an Antiquary (1904), αν και εκεί η κακόβουλη οντότητα είναι ένας δαίμονας και όχι ένα φάντασμα. Θεωρείται η πρώτη «καθαρόαιμη» ιστορία φαντασμάτων του και, ταυτόχρονα, ένα από τα τελειότερα δείγματα του είδους. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο James το τοποθετούσε ψηλά στις προσωπικές του προτιμήσεις.
Η δύναμη της ιστορίας βρίσκεται στην οικονομία και στην ακρίβεια. Ο James δεν χάνει λέξεις· κάθε περιγραφή, κάθε λεπτομέρεια του περιβάλλοντος (η ερειπωμένη πόλη Saint-Bertrand-de-Comminges, η σκονισμένη σακριστία, το μισοσκότεινο δωμάτιο του ξενοδοχείου) λειτουργεί σαν πινελιά που χτίζει ατμόσφαιρα πνιγηρής απομόνωσης. Η φρίκη δεν έρχεται από υπερβολές, αλλά από την αργή, σχεδόν επιστημονική αποκάλυψη του απαγορευμένου.
Κεντρικό μοτίβο είναι η σύγκρουση ανάμεσα στη λογική, ακαδημαϊκή περιέργεια του Άγγλου φιλολόγου Dennistoun και στο απόκοσμο που δεν μπορεί να ερμηνευθεί με βιβλιοθηκονομικούς όρους. Ο James, ως μελετητής του μεσαίωνα ο ίδιος, γνωρίζει πολύ καλά την έλξη που ασκούν τα παλιά χειρόγραφα· ταυτόχρονα, όμως, γνωρίζει και τον κίνδυνο που κρύβεται όταν κάποιος «ξεφυλλίσει» πέρα από το επιτρεπτό. Το λεύκωμα δεν είναι απλώς αντικείμενο· είναι πύλη. Και η εικόνα που κρύβεται στις τελευταίες σελίδες λειτουργεί σαν κατάρα που μεταδίδεται διαδοχικά: από τον 17ο αιώνα στον Αλμπερίκ τον πρεσβύτερο, στον εγγονό του, στον Dennistoun, και τελικά στον αναγνώστη.
Η ίδια η εικόνα του δαίμονα είναι μοναδική στο έργο του James: δεν περιγράφεται εκτενώς, αλλά με ελάχιστες, κοφτές φράσεις που μένουν αξέχαστες. Η αποστροφή του James προς το γκροτέσκο είναι ελεγχόμενη· η φρίκη προκύπτει από το ότι το πλάσμα είναι ταυτόχρονα αναγνωρίσιμο (έχει ανθρώπινα χαρακτηριστικά) και εντελώς ξένο.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η χρήση της φωτογραφίας ως αποδεικτικού στοιχείου. Ο Dennistoun, άνθρωπος της επιστήμης, προσπαθεί να «αιχμαλωτίσει» το υπερφυσικό με το φακό – και η φωτογραφία που βγαίνει είναι χειρότερη από την ίδια την εμπειρία. Εδώ ο James προαναγγέλλει ένα μοτίβο που θα επανέλθει αργότερα (π.χ. στο «The Mezzotint»): η τεχνολογία όχι μόνο δεν εξορκίζει το κακό, αλλά το απαθανατίζει και το πολλαπλασιάζει.
Τέλος, η ιστορία λειτουργεί και ως λεπτή σάτιρα της βρετανικής ακαδημαϊκής αλαζονείας: ο Dennistoun θεωρεί ότι μπορεί να αγοράσει, να κατηγοριοποιήσει και να ελέγξει οτιδήποτε, ακόμα και το διαβολικό, με μερικά φράγκα και μια απόδειξη. Η τιμωρία του είναι ότι γίνεται ο επόμενος κρίκος στην αλυσίδα των καταραμένων κατόχων του λευκώματος.
Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ:
https://gutenberg.org/ebooks/8486
Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με αναφορά στην πηγή και τους δημιουργούς.
Τίτλος πρωτότυπου: A. Hyatt Verrill "The Plague of the Living Dead" (1927)
Η νουβέλα «The Plague of the Living Dead» (υπογεγραμμένη με το ψευδώνυμο Ray Ainsbury) δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Amazing Stories, τεύχος Απριλίου 1927, με εξώφυλλο του Frank R. Paul που απεικονίζει γιγάντιους μύκητες και ζόμπι-Ινδιάνους. Ήταν η lead novella του τεύχους, δίπλα σε ιστορίες των Miles J. Breuer και H. G. Wells. Το 1941 επανεκδόθηκε στο Famous Fantastic Mysteries (Ιούνιος 1941) με το πραγματικό όνομα του Verrill και νέα εικονογράφηση του Virgil Finlay. Από τότε έχει συμπεριληφθεί σε ανθολογίες όπως το The Sleeping and the Dead (1947), Rivals of Weird Tales (1990), και το ζόμπι-θεματικό The Plague, Pestilence & Apocalypse Megapack (2016).
Το έργο θεωρείται σήμερα μία από τις τρεις-τέσσερις πρώτες ιστορίες «σύγχρονων» ζόμπι στην αγγλόφωνη λογοτεχνία (μαζί με το «Salt Is Not for Slaves» του G. W. Hutter το 1931 και το «Black Tancrède» του W. B. Seabrook το 1929). Η καινοτομία του Verrill δεν είναι η ύπαρξη νεκροζώντανων καθαυτή (υπήρχαν ήδη στις γοτθικές και αποικιακές αφηγήσεις), αλλά η επιστημονικοποίηση του φαινομένου που προηγείται κατά δεκαετίες της σύγχρονης zombie μυθολογίας (Romero, The Walking Dead κλπ). Αυτό ακριβώς το μείγμα επιστήμης και τρόμου είναι που κάνει το διήγημα να ξεχωρίζει από τις καθαρά αποκρυφιστικές zombie ιστορίες της ίδιας περιόδου. Το 1927, 41 χρόνια πριν το «Night of the Living Dead», ο Verrill έγραψε ουσιαστικά το πρώτο σύγχρονο zombie apocalypse με επιστημονική βάση.
Εικόνα από τη δεύτερη έκδοση
Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ:
https://en.wikisource.org/wiki/Amazing_Stories/Volume_02/Number_01/The_Plague_of_the_Living_Dead
Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με αναφορά στην πηγή και τους δημιουργούς.
Τίτλος πρωτότυπου: Mary Wollstonecraft Shelley "The Mortal Immortal" (1833)
Το «The Mortal Immortal» αφηγείται την ιστορία ενός άνδρα ονόματι Winzy, ο οποίος πίνει ένα ελιξίριο που τον κάνει αθάνατο. Αρχικά, η αθανασία φαίνεται να του υπόσχεται αιώνια ηρεμία. Ωστόσο, σύντομα γίνεται φανερό ότι είναι καταδικασμένος να υποφέρει αιώνια ψυχολογική βασανιστήρια, καθώς όλα όσα αγαπά πεθαίνουν γύρω του.
Η ιστορία ανατέθηκε το 1833 για το The Keepsake, ένα σημαντικό λογοτεχνικό ετήσιο περιοδικό που συνδύαζε μικρά διηγήματα και ποίηση με υψηλής ποιότητας χαρακτικά έργα τέχνης. Ήταν μία από μια σειρά παρόμοιων αναθέσεων. Η Σέλλεϋ πούλησε είκοσι ένα διηγήματα σε ετήσια περιοδικά σε διάστημα δεκαεπτά ετών, με περισσότερα από τα μισά από αυτά να δημοσιεύονται στο The Keepsake. Για αυτή την ιστορία, η Σέλλεϋ έλαβε μια χαρακτική με τίτλο Bertha, από έναν πίνακα του Χένρι Π. Μπριγκς που χαράχθηκε από τον Φρέντερικ Μπέικον, ο οποίος απεικονίζει έναν νεαρό άνδρα και μια νεαρή γυναίκα να βοηθούν μια ηλικιωμένη κυρία να κατέβει μια σκάλα. Επέλεξε να γράψει μια ιστορία βασισμένη στην ιδέα ενός αθάνατου άνδρα αφηγητή, ο οποίος βλέπει τη σύζυγό του τόσο ως νεαρή γυναίκα όσο και ως την ηλικιωμένη γυναίκα που γίνεται.
Το «The Mortal Immortal» θεωρείται παράδειγμα της εξομολογητικής αφήγησης του Godwin. Η ιστορία έχει συνδεθεί με το St. Leon, ένα μυθιστόρημα του 1799 του πατέρα της Shelley, William Godwin. Το μυθιστόρημα του Godwin είχε καθιερώσει την ιδέα ενός τραγικού αθάνατου πρωταγωνιστή, που διέθετε εξαιρετικές δυνάμεις αλλά δεν μπορούσε να τις χρησιμοποιήσει σωστά. Η Shelley είχε αναπτύξει αυτό το θέμα στο Frankenstein (1818). Στο «The Mortal Immortal», η Σέλλεϋ προσέθεσε μια ειρωνική τροπή – ο πρωταγωνιστής γίνεται αθάνατος κατά λάθος – και έπαιξε με τους τρόπους με τους οποίους η αθανασία του αφηγητή τον απομάκρυνε, μαζί με τη σύζυγό του, από την κοινωνία.
Μια άλλη πηγή μπορεί να βρεθεί στο έργο του Apuleius «Ο χρυσός γάιδαρος», μια λατινική σάτιρα του 2ου αιώνα, στην οποία μια θαυματουργή μεταμόρφωση βασίζεται επίσης σε ένα τυχαίο φίλτρο. Είναι γνωστό ότι η Σέλλεϋ το μετέφρασε, με την παρότρυνση του συζύγου της, το 1817. Ο τίτλος προέρχεται από το ποίημα «Ενδυμίωνας» του Τζον Κητς.
Ο Ιταλός συγγραφέας Iginio Ugo Tarchetti, ένας από τους πρώτους γοτθικούς μυθιστοριογράφους που έγραφαν στα ιταλικά και εξέχον μέλος του κινήματος Scapigliatura, έγραψε μια ιταλική εκδοχή του διηγήματος, με τίτλο Il mortale immortale. Μεταγενέστεροι κριτικοί έχουν επισημάνει ότι αυτή η εκδοχή μοιάζει τόσο πολύ με το πρωτότυπο, ώστε στην ουσία αποτελεί μια μη εξουσιοδοτημένη και ανώνυμη μετάφραση.
Μια συνέχεια της ιστορίας γράφτηκε από τον Γκάρι Τζένινγκς το 1973 και δημοσιεύθηκε στο Fantasy and Science Fiction με τον τίτλο «Ms. Found in an Oxygen Bottle».
Παρά τη δημοτικότητα του "The Keepsake" και το κύρος των συγγραφέων που συνέβαλαν σε αυτό, τα διηγήματα και τα ποιήματα που περιέχει θεωρήθηκαν μη εντυπωσιακά από τους σύγχρονους κριτικούς και εξακολουθούν να αγνοούνται σε μεγάλο βαθμό από τους λογοτεχνικούς κριτικούς σήμερα. Το Gentleman's Magazine τα χαρακτήρισε ως «χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον» και περιέγραψε το Mortal Immortal ως «ένα πλέγμα τερατωδών και αποτρόπαιων αδύνατων καταστάσεων».
Ορισμένοι σύγχρονοι κριτικοί το έχουν περιγράψει, μαζί με τις άλλες ιστορίες του Keepsake, απλώς ως εμπορικό έργο, ενώ άλλοι το έχουν θεωρήσει ως ένα έργο που αναδεικνύει το «ταλέντο της για το χιούμορ», και ως ένα «εντυπωσιακά εφευρετικό» ημι-αυτοβιογραφικό έργο.
Πηγή σχολίου:
https://en.wikipedia.org/wiki/The_Mortal_Immortal
Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ:
https://gutenberg.org/ebooks/56665
Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με αναφορά στην πηγή και τους δημιουργούς.
Τίτλος πρωτότυπου: Ryūnosuke Akutagawa (芥川 龍之介) "In a Grove (藪の中, Yabu no naka)" (1922)
Το In a Grove , που μεταφράστηκε επίσης ως In a Bamboo Grove, είναι ένα ιαπωνικό διήγημα του Ryūnosuke Akutagawa που εκδόθηκε για πρώτη φορά στην έκδοση του Ιανουαρίου 1922 του μηνιαίου ιαπωνικού λογοτεχνικού περιοδικού Shinchō. Το 2014, η εφημερίδα The Telegraph το κατέταξε ως ένα από τα «10 καλύτερα ασιατικά μυθιστορήματα όλων των εποχών». Το In a Grove έχει προσαρμοστεί πολλές φορές, με πιο γνωστή την προσαρμογή του Akira Kurosawa για την βραβευμένη ταινία του Rashōmon του 1950.
Η ιστορία επικεντρώνεται στον βίαιο θάνατο του νεαρού σαμουράι Kanazawa no Takehiro, του οποίου το πτώμα βρέθηκε σε ένα δάσος μπαμπού κοντά στο Κιότο. Τα προηγούμενα γεγονότα ξετυλίγονται σε μια σειρά μαρτυριών, πρώτα από περαστικούς, έναν βοηθό αστυνομικό και έναν συγγενή, και στη συνέχεια από τους τρεις κύριους πρωταγωνιστές – τον σαμουράι, τη σύζυγό του Masago και τον ληστή Tajōmaru – αλλά η αλήθεια παραμένει κρυφή λόγω των αντιφατικών περιγραφών που δίνονται.
Η ιστορία χωρίζεται σε επτά ενότητες, μία για κάθε μαρτυρία, οι οποίες παρουσιάζονται όλες σε πρώτο πρόσωπο. Οι πρώτες τέσσερις απευθύνονται ρητά σε έναν «αστυνομικό διευθυντή» ή «δικαστή» (πρωτότυπο «kebiishi»), όπως αναφέρεται στους τίτλους των ενοτήτων. Οι αρμοδιότητες των προσώπων στα οποία απευθύνονται οι τρεις τελευταίες ενότητες δεν αναφέρονται.
Οι επιρροές του Ακουταγκάβα για αυτή την ιστορία μπορεί να προήλθαν από διάφορες πηγές:
-Μια ιστορία από την κλασική ιαπωνική συλλογή «Konjaku Monogatarishū»: Στην 23η ιστορία του 29ου τόμου — «Η ιστορία του δεμένου άνδρα που συνόδευε τη γυναίκα του στο Τάνμπα» — ένας άνδρας είναι δεμένος σε ένα δέντρο σε ένα δάσος από μπαμπού και αναγκάζεται να παρακολουθεί αβοήθητος τη γυναίκα του να βιάζεται από έναν νεαρό κλέφτη, ο οποίος έχει κλέψει όλα τα υπάρχοντά τους.
-«Ο φεγγαρόλουστος δρόμος» του Ambrose Bierce: ένα διήγημα για τη δολοφονία μιας γυναίκας, όπως την αφηγούνται ο σύζυγός της και η ίδια (μέσω ενός μέντιουμ), με εισαγωγή από τον γιο τους.
-«Το δαχτυλίδι και το βιβλίο» του Robert Browning: ένα αφηγηματικό ποίημα βασισμένο στην αληθινή ιστορία μιας δολοφονίας που αφηγείται με 12 διαφορετικούς τρόπους.
Το «In a Grove» έχει προσαρμοστεί επανειλημμένα σε ταινίες, μεταξύ των οποίων:
Rashomon - Ιαπωνία 1950, σε σκηνοθεσία Akira Kurosawa
The Outrage - ΗΠΑ 1964, σε σκηνοθεσία Martin Ritt
Iron Maze - ΗΠΑ 1987, σε σκηνοθεσία Hiroaki Yoshida
In a Grove - Ιαπωνία 1996, σκηνοθεσία: Hisayasu Satō
Misty - Ιαπωνία 1997, σκηνοθεσία: Kenki Saegusa
The Outrage - Ταϊλάνδη 2011, σκηνοθεσία: M.L. Pundhevanop Dhewakul
The Bottomless Bag - Ρωσία 2017, σκηνοθεσία: Rustam Khamdamov
Το 2012, ο Ισπανός συγγραφέας και εικονογράφος Víctor Santos συνδύασε το In a Grove, το Rashomon (το άλλο διήγημα του Ryūnosuke Akutagawa από το οποίο πήρε το όνομά του η ταινία του 1950) και τον μύθο των σαράντα επτά rōnin σε μια γραφική νουβέλα με τίτλο Rashomon: A Commissioner Heigo Kobayashi Case.
Ο τίτλος της ιστορίας έχει γίνει ιδιωματισμός στην Ιαπωνία, χρησιμοποιούμενος για να περιγράψει μια κατάσταση όπου, λόγω των διαφορετικών απόψεων ή δηλώσεων των εμπλεκόμενων ατόμων, η αλήθεια παραμένει κρυφή.
Το In a Grove είναι η αγαπημένη ιστορία του ομώνυμου χαρακτήρα από την ταινία Ghost Dog: The Way of the Samurai.
Το έβδομο επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς R.O.D, με τίτλο In a Grove, ασχολείται με ένα παρόμοια συγκεχυμένο μείγμα αλήθειας και ψεμάτων, πραγματικότητας και προσποίησης.
Πηγή σχολίου: https://en.wikipedia.org/wiki/In_a_Grove
Εικόνα από το Rashomon, Akira Kurosawa (1950)
Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ:
https://manybooks.net/titles/ryunosukother05rashomon.html
Μετάφραση από την αγγλική γλώσσα και ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με αναφορά στην πηγή και τους δημιουργούς.
Μια νεαρή υποψήφια διδάκτωρ αρχαιολογίας με πλούσια εμπορική δραστηριότητα στον χώρο τής ενάλιας αρχαιοκαπηλίας θα αναλάβει να εντοπίσει ένα λείψανο αμύθητης αξίας στα ανοιχτά τής Σαμοθράκης˙ το δίλημμα της επιλογής μεταξύ της επιστημονικής αλήθειας και της γενναιόδωρης αμοιβής θα λάβει μια απρόσμενη τροπή όταν, κατά τη διάρκεια ενός διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου, το έργο της θα της χαρίσει το δυσοίωνο εισιτήριο για την παγκόσμια ελίτ: για «το 1% του 1%».
Διήγημα από τη συλλογή ιστοριών τρόμου "Ἐγώ εἰμι τὸ Ψέφος τοῦ κόσμου" (2022):
Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λοιγός˙ το ζιζάνιο που ριζώνει στο λίκνο των Αιώνων˙ η αστραπή που καταβροχθίζει τα δάση τής Νωθρότητας˙ η θύελλα που διαβρώνει τα βουνά τής Απακμής˙ ο χείμαρρος που σαρώνει τις κοιλάδες τής Αδράνειας και ξεβράζει την ιλύ τής Πλάσης˙ το Πρώτο Κινούν. Έξι ιστορίες για κακόποτμα παρελθόντα και δυσοίωνα παρόντα, σκαλισμένες ευλαβικά στους αρχέγονους γρανίτες τού Τρόμου που φύονται σαν τιτάνιοι μύκητες στο συλλογικό ασυνείδητο των αστικών και αρχαίων μύθων, των λαογραφικών παραδόσεων και των παραμυθιών. Έξι αναπόδραστες παρτίδες, όπου οι τροχιές των ανδρείκελων συγκλίνουν, τέμνονται και αποκλίνουν, καταλήγοντας μονάχα σε ένα ξέπνοο σύρσιμο επάνω στα αδιάφορα κελιά τού Κοσμικού Άβακος. Έξι κολλώδη υφαντά, όπου τα άτακτα νήματα πυκνώνουν, σφίγγονται και στεριώνουν από τα υπερκόσμια χτένια, χαμένα και εκφυλισμένα μες στην περίτεχνη πλέξη τού Άναρχου Αργαλειού. Έξι πολυφωνικές μελωδίες που δοξολογούν ουρλιάζοντας τον κρατήρα τής Δημιουργίας˙ και το διακρότημά τους ανακράζει ως φωνή βροντής: «Ἐγώ εἰμι τὸ Ψέφος τοῦ κόσμου».
Φρικτῶς καὶ ταχέως ἐπιστήσεται ὑμῖν˙ καὶ ἐμπεριπατήσει ἐν ὑμῖν.
Ο Ατρέας Λιμβρός, κατά κόσμον Γιώργος Προφητηλιώτης, γεννήθηκε στην Έδεσσα το 1990 και πλέον ζει στην Αθήνα. Είναι Διδάκτωρ Μηχανικός τού Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Έργα του έχουν διακριθεί με Α’ Βραβείο Φαντασίας και Τρόμου στον πανελλήνιο διαγωνισμό φανταστικής λογοτεχνίας «Larry Niven». Η πρώτη του προσωπική συλλογή ιστοριών τρόμου, «Δημώδη ή Δειμώδη; A’: Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λοιγός», βραβεύτηκε το 2016 με το Α' Βραβείο Νουβέλας/Συλλογής Διηγημάτων στον πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό «Χριστόδουλος Πετρίδης». Οι επτά ιστορίες τής συλλογής «Ἐγώ εἰμι τὸ Ψέφος τοῦ κόσμου» γράφτηκαν την περίοδο 2015-2017.
Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ:
https://www.openbook.gr/ego-eimi-to-psefos-toy-kosmoy/
Ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με αναφορά στην πηγή και τους δημιουργούς.
Τίτλος πρωτότυπου: William Olaf Stapledon "Star Maker" (1937)
Μέρος 3ο από 3 (Κεφάλαια X έως XVI)
Η κληρονομιά του Star Maker: Μια βόμβα βραδείας καύσης που άλλαξε τα πάντα
Το Star Maker δεν έγινε αμέσως best-seller· αντίθετα, παρέμεινε για δεκαετίες «κρυφό ευαγγέλιο» μιας μικρής αλλά φανατικής ομάδας συγγραφέων, φιλοσόφων και επιστημόνων. Όμως η επιρροή του είναι σήμερα ορατή παντού, ακόμα κι αν λίγοι γνωρίζουν το όνομα του δημιουργού του.
Στη λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας, το βιβλίο λειτούργησε σαν θεμέλιος λίθος πάνω στον οποίο χτίστηκε σχεδόν ολόκληρο το μεταπολεμικό είδος. Ο Arthur C. Clarke το αποκάλεσε «το πιο σημαντικό έργο επιστημονικής φαντασίας που γράφτηκε ποτέ» και παραδέχτηκε ότι χωρίς αυτό δεν θα υπήρχαν ούτε το "2001: Οδύσσεια του Διαστήματος" ούτε το "Rendezvous with Rama". Οι Dyson spheres (τεχνητοί κόσμοι γύρω από άστρα) εμφανίζονται πρώτη φορά στο Star Maker το 1937 – είκοσι πέντε χρόνια πριν ο Freeman Dyson τις «ανακαλύψει» επιστημονικά. Ο Stanisław Lem έγραψε ότι «όλα όσα έκανα αφού διάβασα αυτό το βιβλίο ήταν απλώς σχόλια πάνω του». Ο Brian Aldiss το χαρακτήρισε «το πρώτο αληθινό έπος του διαστήματος».
Ακόμα και συγγραφείς εκτός επιστημονικής φαντασίας αναγνώρισαν την επιρροή του: ο Jorge Luis Borges το διάβασε στα ισπανικά το 1940 και η ιδέα των πολλαπλών σύμπαντων-δημιουργημάτων σαν καλλιτεχνικές δοκιμές του Δημιοργού αντηχεί έντονα στο «El jardín de senderos que se bifurcan» και στο «Tlön, Uqbar, Orbis Tertius». Ο C.S. Lewis, αν και θεολογικά αντέδρασε (το θεώρησε «δαιμονικό»), παραδέχτηκε ότι τον ανάγκασε να ξαναγράψει ολόκληρη την Κοσμική Τριλογία του.
Στην επιστήμη, η επιρροή είναι εξίσου βαθιά αλλά λιγότερο γνωστή. Ο Carl Sagan είχε πάντα ένα αντίτυπο στο γραφείο του. Ο Fred Hoyle, ο δημιουργός της θεωρίας της σταθερής κατάστασης, παραδέχτηκε ότι η ιδέα του για συνεχή δημιουργία ύλης στο Σύμπαν γεννήθηκε εν μέρει από την εικόνα του Δημιοργού που πειραματίζεται αδιάκοπα. Στη σύγχρονη κοσμολογία, η έννοια του «landscape» των πολλαπλών σύμπαντων (string theory) θυμίζει έντονα την ακολουθία όλο και τελειότερων αλλά και ψυχρότερων κόσμων που περιγράφει ο Stapledon.
Στη φιλοσοφία της θρησκείας, το βιβλίο παραμένει σκάνδαλο και φωτισμός ταυτόχρονα. Ο Star Maker ως «υπέρτατος καλλιτέχνης» που δεν νοιάζεται για τα πλάσματά του προκάλεσε σοκ το 1937, αλλά προετοίμασε το έδαφος για μεταμοντέρνες θεολογίες όπου ο Θεός δεν είναι απαραίτητα αγάπη αλλά δημιουργικότητα, πείραμα, ίσως και μοναξιά. Ο Teilhard de Chardin, που διάβασε το βιβλίο λίγο πριν πεθάνει, είπε ότι «ο Stapledon είπε με ποιητικό τρόπο αυτό που εγώ προσπάθησα να πω επιστημονικά: η πορεία του Σύμπαντος προς το Σημείο Ωμέγα».
Τέλος, στην ποπ κουλτούρα η σκιά του είναι παντού χωρίς να φαίνεται το όνομα: τα γαλαξιακά συμβούλια του Star Wars, οι αρχαίοι Πρόγονοι και οι Reapers του Mass Effect, η ιδέα του Πολυσύμπαντος στο Marvel multiverse, ακόμα και η αίσθηση απέραντου κοσμικού χρόνου στο Interstellar – όλα χρωστούν κάτι σε εκείνο το λιτό βιβλιαράκι των 250 σελίδων που γράφτηκε από έναν άγνωστο Άγγλο φιλόσοφο στην εποχή του Μεσοπολέμου.
Το παράδοξο είναι ότι το Star Maker παραμένει σχεδόν άγνωστο στο ευρύ κοινό ακριβώς επειδή ήταν υπερβολικά μπροστά από την εποχή του. Όπως έγραψε ο Lem: «Ο Stapledon έγραψε για το 3000 μ.Χ. το 1937· εμείς ακόμα προσπαθούμε να τον προλάβουμε».
Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ:
https://gutenberg.net.au/ebooks06/0601841.txt
Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με αναφορά στην πηγή και τους δημιουργούς.
Τίτλος πρωτότυπου: William Olaf Stapledon "Star Maker" (1937)
Μέρος 2ο από 3 (Κεφάλαια VI έως IX)
Το Star Maker (1937) δεν είναι μυθιστόρημα με την κλασική έννοια· είναι ένα κοσμικό ποίημα σε πεζό λόγο, μία φιλοσοφική οδύσσεια που ξεπερνάει κάθε προηγούμενο όριο της επιστημονικής φαντασίας. Ο Stapledon εγκαταλείπει εντελώς τον ανθρωποκεντρισμό και μετατρέπει το Σύμπαν σε εργαστήριο όπου η ίδια η Συνείδηση εξελίσσεται, πέφτει, αναγεννιέται και τελικά συναντά τον Δημιουργό της – όχι όμως ως Θεό της αγάπης, αλλά ως απόλυτο Καλλιτέχνη.
Η αφήγηση ξεκινάει σχεδόν λυρικά: ένας άνθρωπος στην κορυφή ενός λόφου στην Αγγλία του 1930 αφήνει το σώμα του και αρχίζει ένα αστρικό ταξίδι που διαρκεί δισεκατομμύρια χρόνια. Αυτό το ταξίδι δεν είναι τουριστικό· είναι μυσταγωγικό και επώδυνο. Ο αφηγητής σταδιακά χάνει την ατομικότητά του, γίνεται «εμείς», ενώνεται με ξένες συνειδήσεις και τελικά συμμετέχει σε μία παγκόσμια τηλεπαθητική κοινότητα που περιλαμβάνει χιλιάδες πολιτισμούς: ανθρωποειδή, ιχθυοειδή, φυτοειδή, ναυτιλοειδή, συμβιωτικά συμπλέγματα, ακόμα και νοήμονα νεφελώματα ή ολόκληρους γαλαξίες.
Η μεγαλύτερη πρωτοτυπία του έργου είναι η απόρριψη κάθε ηθικού ανθρωπομορφισμού. Οι πολιτισμοί δεν κρίνονται με βάση το αν είναι «καλοί» ή «κακοί» σύμφωνα με γήινα κριτήρια, αλλά με το αν καταφέρνουν να ξεπεράσουν το είδος τους και να ενωθούν σε μεγαλύτερες κοινότητες νοήματος. Η «Τηλεπαθητική Ένωση των Κόσμων» που περιγράφεται στο δεύτερο μισό του βιβλίου είναι ίσως η πιο ώριμη ουτοπία που γράφτηκε ποτέ: δεν βασίζεται σε τεχνολογία ή εξαναγκασμό, αλλά σε πλήρη διαφάνεια συνείδησης, όπου κάθε άτομο βιώνει ταυτόχρονα τη χαρά και τον πόνο όλων των άλλων όντων του Σύμπαντος.
Η κορύφωση όμως είναι τρομακτική. Όταν η συλλογική συνείδηση φτάνει στο απόλυτο όριό της, συναντά τον Star Maker – το Δημιουργό του Σύμπαντος. Κι εδώ ο Stapledon επιδεικνύει τη μεγαλύτερη θεολογική τόλμη του 20ού αιώνα: ο Star Maker δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός· είναι πέρα από την ηθική. Είναι ένα Ον που δημιουργεί σύμπαντα όπως ο καλλιτέχνης δημιουργεί πίνακες: δοκιμάζει, απορρίπτει, βελτιώνει. Το δικό μας Σύμπαν δεν είναι παρά ένα από τα πρώτα, σχετικά πρωτόγονα έργα Του. Σε μεταγενέστερα σύμπαντα ο Star Maker φτάνει σε μεγαλύτερη τελειότητα, αλλά και σε μεγαλύτερη ψυχρότητα· η τελική αποκάλυψη είναι ότι η απόλυτη τελειότητα συμπίπτει με την απόλυτη μοναξιά του Δημιουργού, που δεν χρειάζεται πια τα πλάσματά Του.
Το Star Maker συνδυάζει τρεις παραδόσεις που σπάνια συναντιούνται: την αγγλοσαξονική μυστική θεολογία (βλ. Julian of Norwich, William Blake), τον διαλεκτικό ιστορικό υλισμό (η εξέλιξη της συνείδησης θυμίζει έντονα Hegel και Teilhard de Chardin) και την επιστημονική κοσμολογία της εποχής (ο Stapledon είχε διδακτορικό στη φιλοσοφία και γνώριζε πολύ καλά την αστροφυσική). Το αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο που παραμένει αξεπέραστο: δεν υπάρχει άλλο έργο που να καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα τόσο ψυχρό και τόσο συγκινητικό, τόσο επιστημονικό και τόσο θρησκευτικό.
Σήμερα, σχεδόν ενενήντα χρόνια μετά, το βιβλίο διαβάζεται σαν προφητεία: οι ιδέες για τεχνητούς κόσμους γύρω από άστρα (Dyson spheres), για γαλαξιακές κοινότητες, για τη δυνατότητα νοημοσύνης πέρα από τον άνθρακα, για το ίδιο το πολυσύμπαν, προηγούνται κατά δεκαετίες την σύγχρονη κοσμολογία και την εξωβιολογία. Αλλά πάνω απ’ όλα, το Star Maker παραμένει η πιο ριζοσπαστική υπενθύμιση ότι η ανθρωπότητα δεν είναι ο σκοπός του Σύμπαντος· είναι μόλις η αρχή μιας πολύ μεγαλύτερης ιστορίας συνείδησης που ακόμα δεν μπορούμε να συλλάβουμε.
Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ:
https://gutenberg.net.au/ebooks06/0601841.txt
Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με αναφορά στην πηγή και τους δημιουργούς.
Τίτλος πρωτότυπου: William Olaf Stapledon "Star Maker" (1937)
Μέρος 1ο από 3 (Κεφάλαια Ι έως V)
Το Star Maker είναι ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του Βρετανού συγγραφέα Olaf Stapledon, που εκδόθηκε το 1937. Συνεχίζοντας το θέμα του προηγούμενου βιβλίου του, Last and First Men (1930) — το οποίο αφηγούνταν την ιστορία του ανθρώπινου είδους σε διάστημα δύο δισεκατομμυρίων ετών — περιγράφει την ιστορία της ζωής στο σύμπαν, ξεπερνώντας σε κλίμακα το προηγούμενο έργο. Το Star Maker αντιμετωπίζει φιλοσοφικά θέματα όπως η ουσία της ζωής, της γέννησης, της φθοράς και του θανάτου, καθώς και η σχέση μεταξύ δημιουργίας και δημιουργού. Ένα κυρίαρχο θέμα είναι αυτό της προοδευτικής ενότητας εντός και μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών.
Ένας ανθρώπινος αφηγητής από την Αγγλία μεταφέρεται έξω από το σώμα του με ανεξήγητα μέσα. Συνειδητοποιεί ότι είναι σε θέση να εξερευνήσει το διάστημα και άλλους πλανήτες. Αφού εξερευνήσει με κάποια λεπτομέρεια έναν πολιτισμό σε έναν άλλο πλανήτη του γαλαξία μας, σε ένα επίπεδο ανάπτυξης παρόμοιο με το δικό μας που υπήρχε πριν από εκατομμύρια χρόνια, χιλιάδες έτη φωτός μακριά από τη Γη (η λεγόμενη «Άλλη Γη»), το μυαλό του συγχωνεύεται με αυτό ενός από τους κατοίκους του. Καθώς ταξιδεύουν μαζί, ενώνονται με ακόμα περισσότερα μυαλά. Αυτή η διαδικασία που εξελίσσεται με ταχείς ρυθμούς συνοδεύεται από την επέκταση της κλίμακας του βιβλίου, που περιγράφει όλο και περισσότερους πλανήτες με όλο και λιγότερες λεπτομέρειες.
Ορισμένα από τα στοιχεία και τα θέματα που συζητούνται εν συντομία προαναγγέλλουν μεταγενέστερα έργα φαντασίας σχετικά με τη γενετική μηχανική και τις εξωγήινες μορφές ζωής. Ο Arthur C. Clarke θεωρούσε το Star Maker «πιθανώς το πιο ισχυρό έργο φαντασίας που γράφτηκε ποτέ», ενώ ο Brian W. Aldiss το αποκάλεσε «το μοναδικό μεγάλο γκρίζο ιερό βιβλίο της επιστημονικής φαντασίας».
Το μυθιστόρημα είναι ένα από τα πιο αναγνωρισμένα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας. Κατά την έκδοσή του, το Star Maker έλαβε κριτικές θαυμασμού από τους L. P. Hartley, Bertrand Russell και Howard Spring. Μετά την έκδοση του Star Maker, τόσο η Virginia Woolf όσο και ο C. E. M. Joad έγραψαν επιστολές στον Stapledon επαινώντας το βιβλίο. Οι θαυμαστές του κατά την πρώτη έκδοσή του το θεωρούσαν ένα από τα πιο λαμπρά, ευρηματικά και τολμηρά βιβλία επιστημονικής φαντασίας. Μεταξύ των πιο διάσημων θαυμαστών του ήταν οι H. G. Wells, Jorge Luis Borges, Brian Aldiss, Doris Lessing και Stanisław Lem. Ο Borges έγραψε πρόλογο για την έκδοση του 1965 και το χαρακτήρισε «ένα θαυμαστό μυθιστόρημα». Η Lessing έγραψε επίλογο για μια έκδοση στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο Freeman Dyson ήταν επίσης θαυμαστής του βιβλίου, παραδεχόμενος ότι βασίστηκε σε ένα τμήμα του για να διαμορφώσει την ιδέα του για τις σφαίρες Dyson, αποκαλώντας μάλιστα την ιδέα «σφαίρα Stapledon» ως πιο κατάλληλο όνομα για αυτήν. Μεταξύ των συγγραφέων επιστημονικής φαντασίας, ο Arthur C. Clarke έχει επηρεαστεί περισσότερο από τον Stapledon.
Μερικοί από τους συγχρόνους του Stapledon ήταν αποτροπιασμένοι από τη φιλοσοφία του βιβλίου: σε μια επιστολή προς τον Arthur C. Clarke το 1943, ο C. S. Lewis περιέγραψε το τέλος ως «καθαρή λατρεία του διαβόλου». Ο Simon Blumenfeld στο τεύχος του Αυγούστου 1937 του Left Review έδωσε επίσης αρνητική κριτική στο μυθιστόρημα. Ο Blumenfeld είπε ότι ο Stapledon ανήκε σε μια ομάδα «ουτοπιστών» που δεν ενδιαφέρονταν για τον σύγχρονο κόσμο και τα προβλήματά του.
Πηγή ανάλυσης:
https://en.wikipedia.org/wiki/Star_Maker
Εικόνα το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης.
Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ:
https://gutenberg.net.au/ebooks06/0601841.txt
Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με αναφορά στην πηγή και τους δημιουργούς.
Τίτλος πρωτότυπου: Vernon Lee "Amour Dure"
Διήγημα από τη συλλογή "Hauntings - Fantastic Stories" (1890)
Vernon Lee ήταν το ψευδώνυμο της γαλλικής καταγωγής βρετανίδας συγγραφέως Violet Paget (14 Οκτωβρίου 1856 – 13 Φεβρουαρίου 1935). Σήμερα είναι γνωστή κυρίως για τα υπερφυσικά μυθιστορήματά της και το έργο της στον τομέα της τέχνης. Ως πρώιμη οπαδός του Walter Pater, έγραψε πάνω από δώδεκα τόμους με δοκίμια για την τέχνη, τη μουσική και τα ταξίδια.
Το "Amour Dure" είναι μια υπερφυσική ιστορία που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο Murray’s Magazine και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στη συλλογή Hauntings το 1890. Είναι ένα από τα πιο γνωστά παραδείγματα βικτοριανής ιστορίας φαντασμάτων και έχει ανατυπωθεί σε πολλές ανθολογίες. Η ιστορία καλύπτει την περίοδο από τον Αύγουστο έως τον Δεκέμβριο του 1885 και είναι γραμμένη ως μια σειρά ημερολογιακών σημειώσεων του Spiridion Trepka, ενός νεαρού Πολωνού μελετητή που εργάζεται σε ένα γερμανικό πανεπιστήμιο και έχει πρόσφατα φτάσει στην φανταστική ιταλική πόλη Urbania για να γράψει ένα ιστορικό έργο. Ενώ εργάζεται στα αρχεία της πόλης, γοητεύεται από την ιστορία μιας μυστηριώδους γυναίκας του 16ου αιώνα, της Medea di Carpi, της οποίας οι πολλοί μνηστήρες βρήκαν βίαιο θάνατο και η οποία δολοφονήθηκε κατόπιν εντολής του κουνιάδου της, του δούκα Robert. Ο Spiridion γίνεται όλο και πιο εμμονικός με τη Medea και παραμελεί το ακαδημαϊκό του έργο για να αναζητήσει ίχνη της ζωής της. Ο Σπυρίδιον γοητεύεται ιδιαίτερα από μια μικρογραφία πορτρέτου που ανακαλύπτει, στην οποία η Μήδεια φοράει ένα κολιέ με την επιγραφή «Amour Dure — Dure Amour» (αγάπη που διαρκεί — σκληρή αγάπη).
Το «Amour Dure» αντλεί έμπνευση από ένα ευρύ φάσμα λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών πηγών. Η Μήδεια πήρε το όνομά της από τη γυναίκα της ελληνικής μυθολογίας που σκότωσε τα ίδια της τα παιδιά για να τιμωρήσει τον άπιστο σύζυγό της. Η ιστορία επηρεάζεται άμεσα από ρομαντικούς συγγραφείς όπως ο E.T.A. Hoffmann και ο Theophile Gautier, των οποίων οι υπερφυσικές ιστορίες συχνά αφορούσαν παράξενες στοιχειώσεις από το παρελθόν. Ο Lee αντλεί επίσης έμπνευση από τη γοητεία που ασκούσε η Ιταλία της Αναγέννησης σε πολλούς βικτοριανούς συγγραφείς, όπως ο Robert Browning και ο Walter Pater. Τέλος, η περιγραφή του Lee για τα πορτρέτα της Medea παραπέμπει σε ένα πορτρέτο του 16ου αιώνα μιας γυναίκας ονόματι Lucrezia Panciatichi, έργο του Ιταλού ζωγράφου Agnelo Bronzino.
Αν και έχει τη μορφή ιστορίας με φαντάσματα, το «Amour Dure» αφορά επίσης την ιστορία. Γράφοντας με τη φωνή ενός εμμονικού άνδρα μελετητή, ο Lee υπογραμμίζει τις προβληματικές επιθυμίες που κινητοποιούν τη σχέση μας με το παρελθόν. Ο Spiridion ξεκινά ως μελετητής της ιστορίας, αλλά καταλήγει να μην μπορεί να διακρίνει μεταξύ αντικειμενικών γεγονότων και υποκειμενικών επιθυμιών. Με αυτόν τον τρόπο, ο Lee υποδηλώνει ότι η βικτοριανή γοητεία για το παρελθόν είναι συχνά μια συγκαλυμμένη απόλαυση προσωπικών φαντασιώσεων. Ο Lee σχολιάζει επίσης το ρόλο των γυναικών στην ιστορία. Η Μήδεια φαίνεται να είναι μια femme fatale (θανατηφόρα γυναίκα), αλλά στην πορεία της ιστορίας ο Lee υπονοεί ότι είναι αδίστακτη ως αποτέλεσμα των περιστάσεων και όχι της φύσης της. Περνώντας από τον έναν άνδρα στον άλλο, η Μήδεια μπορεί να αποκτήσει την ελευθερία της μόνο χρησιμοποιώντας την ομορφιά της για να ελέγχει τους ισχυρούς. Η φάντασματική αποπλάνηση του Σπυρίδιου από τη Μήδεια είναι μια ακόμη προσπάθεια να αντιστρέψει την κατάσταση σε βάρος των ανδρών που επιδιώκουν να την καθορίσουν και να την ελέγξουν.
Πηγή ανάλυσης:
https://literariness.org/2022/04/29/analysis-of-vernon-lees-amour-dure/
Εικόνα:
Agnolo Bronzino - Lucrezia Panciatichi - Uffizi Gallery Florence Italy
Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ:
https://www.gutenberg.org/ebooks/9956
Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με αναφορά στην πηγή και τους δημιουργούς.
Τίτλος πρωτότυπου: Iginio Ugo Tarchetti "Le Leggende del Castello Nero"
Διήγημα από τη συλλογή "Racconti Fantastici" (1869)
Ο Iginio (ή Igino) Ugo Tarchetti (29 Ιουνίου 1839 – 25 Μαρτίου 1869) ήταν Ιταλός συγγραφέας, ποιητής και δημοσιογράφος της πρώτης γενιάς της Λομβαρδικής γραμμής και θεωρείται ο πρώτος δημιουργός γοτθικής λογοτεχνίας στην Ιταλία. Η πρώτη έκδοση των «Racconti fantastici» τοποθετείται το 1869 στη Μιλάνο, εκεί όπου Tarchetti συμμετέχει στο κίνημα της Scapigliatura. Ο Tarchetti, ως μέλος του κινήματος της Scapigliatura, υιοθετεί έναν αντισυμβατικό τρόπο γραφής: συνδυάζει την αναζήτηση του υπερφυσικού με την αισθητική της φθοράς, της ψυχολογικής έντασης και της ασυνήθιστης γλώσσας. Η Scapigliatura ήταν ένα παράρρημα της ιταλικής ρομαντικής-μεταρομαντικής παράδοσης που αντιδρούσε στο κυρίαρχο αστικό - κανονιστικό πρότυπο της εποχής. Τα κείμενα της συλλογής αντανακλούν την «αντισυμβατικότητα», τον πειραματισμό με το γοτθικό και υπερφυσικό στοιχείο, την επικράτηση ατμόσφαιρας αβεβαιότητας και ψυχικής έντασης. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται θέματα όπως η φθορά, ο θάνατος, η εσωτερική αγωνία, το όνειρο και το υπερβατικό. Πέραν της λογοτεχνικής τάσης, το εκδοτικό περιβάλλον της δεκαετίας του 1860 στην Ιταλία εμπεριείχε τα στοιχεία της εξάπλωσης του περιοδικού Τύπου, των λογοτεχνικών σωματείων και των επανεκδόσεων σε συλλογές. Ο Tarchetti, ως ένθερμος της Scapigliatura, θέλησε να συνδυάσει το σύντομο αφηγηματικό είδος με το «fantastico», μια φόρμα που ήταν λιγότερο κανονικοποιημένη στο ιταλικό αφήγημα εκείνης της εποχής.
Το κείμενό του Tarchetti δείχνει σαφή επιρροή από τους Edgar Allan Poe και E. T. A. Hoffmann, κυρίως στην χρήση της ατμόσφαιρας τρόμου, της ασάφειας μεταξύ πραγματικού και φανταστικού και της υπαρξιακής αγωνίας. Η γραφή του χαρακτηρίζεται από αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, με έντονη αυτοαναφορικότητα και κατάδυση στην υποκειμενική εμπειρία, χρήση μεγάλων περιγραφών του φυσικού τοπίου και του κάστρου ως σύμβολα της ψυχικής κατάστασης του αφηγητή και συνδυασμό ρομαντικού στοιχείου με το στοιχείο του μακάβριου και του αλλόκοτου.
Το διήγημα μπορεί να διαβαστεί ως αναζήτηση ταυτότητας: ο αφηγητής προσπαθεί να συνδέσει το παρόν του με ένα ασαφές παρελθόν, και το κάστρο λειτουργεί ως τοποθεσία της μνήμης, του μυστηρίου και της ενοχής. Ταυτόχρονα, η γυναίκα στο κάστρο και ο άνδρας στο μνημείο συμβολίζουν την εξωτερικευμένη μορφή μιας εσωτερικής κατάστασης—ο έρωτας, η απώλεια, η φθορά του σώματος και της ψυχής. Με άλλα λόγια, η ψυχή του αφηγητή ζητά λύτρωση από κάτι που δεν μπορεί να κατανοήσει με τη λογική. Η αίσθηση της «επιμονής του παρελθόντος» ενσωματώνεται στο όνειρο, στη μεταφορά της εμπειρίας δια μέσου των χρόνων. Ο συγγραφέας φαίνεται να επιμένει πως η πραγματικότητα δεν είναι αυτή που αντιλαμβανόμαστε άμεσα, αλλά μια σειρά θεάσεων, υποβόσκουσών παραισθήσεων και ενοχικών δυνάμεων που αναδύονται στο ασυνείδητο. Αυτό το στοιχείο κάνει το έργο του Tarchetti ιδιαίτερα σημαντικό στην ιταλική γοτθική παράδοση.
Το «Leggende del castello nero» αποτελεί ένα έργο που συνδυάζει γοτθική ατμόσφαιρα, ψυχολογική ένταση και υπαρξιακή αγωνία. Μέσα από την αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, η οποία κινείται στα όρια ονείρου και πραγματικότητας, ο Tarchetti διερευνά θέματα όπως η θνητότητα, η φθορά του σώματος, η αίσθηση του ενοχικού παρελθόντος και η αδυναμία της λογικής να συλλάβει ό,τι συμβαίνει «πίσω» από τις αισθήσεις. Το κάστρο, ως τόπος σκιώδης και άχρονος, γίνεται σύμβολο αυτού που δεν μπορεί να ειπωθεί, αλλά μόνον να βιωθεί.
Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ:
https://www.gutenberg.org/ebooks/28867
Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με αναφορά στην πηγή και τους δημιουργούς.
Τίτλος πρωτότυπου: Jack London "The Scarlet Plague" (1910)
Το The Scarlet Plague είναι ένα μετα-αποκαλυπτικό μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα Jack London, που γράφτηκε το 1910, αλλά δημοσιεύτηκε πρώτη φορά σε συνέχειες μέχρι το τεύχος Μαΐου-Ιουνίου 1912 του London Magazine. Η ιστορία διαδραματίζεται το 2073, εξήντα χρόνια μετά από μια ανεξέλεγκτη επιδημία, τον Κόκκινο Θάνατο, που έχει αποδεκατίσει τον πλανήτη. Ο Λόντον δημοσίευσε το The Scarlet Plague σε μορφή βιβλίου (1915) σε μια περίοδο της καριέρας του που οι βιογράφοι και οι κριτικοί έχουν χαρακτηρίσει ως «επαγγελματική παρακμή», από τον Σεπτέμβριο του 1912 έως τον Μάιο του 1916. Σε αυτή την περίοδο, σταμάτησε να γράφει μικρά έργα και στράφηκε σε μεγαλύτερα, όπως τα The Abysmal Brute (1913), John Barleycorn (1913), The Mutiny of the Elsinore (1914), The Star Rover (1915), μεταξύ άλλων. The Scarlet Plague ανατυπώθηκε αργότερα στο τεύχος του Φεβρουαρίου 1949 του Famous Fantastic Mysteries. Οι αναγνώστες εντυπωσιάστηκαν από το γεγονός ότι ο Λόντον φαινόταν να έχει προβλέψει τις ανησυχίες της Ατομικής Εποχής. Ο Τζακ Λόντον εμπνεύστηκε εν μέρει από το διήγημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε «Η μάσκα του κόκκινου θανάτου» (1842), αν και ο ίδιος ο ιός έχει διαφορετικά συμπτώματα.
Η μυθοπλασία του Τζακ Λόντον δεν συνδέεται συνήθως με το χώρο της φανταστικής ή ακόμη και της επιστημονικής φαντασίας, καθώς τα έργα του ασχολούνται κυρίως με τη φύση και την περιπέτεια. Ωστόσο, ήδη από το 1908, με το μυθιστόρημα The Iron Heel, ο Λόντον δημιούργησε ένα έργο φανταστικής μυθοπλασίας που απεικόνιζε ένα πιθανό μέλλον. Το The Star Rover, που εκδόθηκε την ίδια χρονιά με το The Scarlet Plague, περιέχει στοιχεία φαντασίας και επιστημονικής φαντασίας στο σκηνικό της φυλακής, ενώ το διήγημα «The Red One», που εκδόθηκε μετά θάνατον, έχει μια νότα επιστημονικής φαντασίας στον πυρήνα του. Αυτά τα έργα δεν αποτελούν ανωμαλίες στη συγγραφική παραγωγή του συγγραφέα, αλλά μάλλον δείχνουν ότι ο Λόντον ήταν ενήμερος για το έργο άλλων συγγραφέων της εποχής του και, ενδεχομένως, υποδηλώνουν μια κατεύθυνση που θα μπορούσε να είχε εξερευνήσει πληρέστερα αν είχε ζήσει περισσότερο.
Στα τέλη του 19ου αιώνα, το έργο του Ιουλίου Βερν μεταφράστηκε στα αγγλικά και τα διηγήματα και τα μυθιστορήματα του Χ. Τζ. Γουέλς εμφανίστηκαν και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Ο Ambrose Bierce ήταν γνωστός για τις φανταστικές του ιστορίες, όπως το «An Occurrence at Owl Creek Bridge», και ήταν επίσης κατά τη διάρκεια της ζωής του London που ο Edgar Rice Burroughs δημιούργησε το πρωτοποριακό διαπλανητικό έργο επιστημονικής φαντασίας, A Princess of Mars (1912).
Πιθανότατα, το The Scarlet Plague θα είχε από καιρό καταλήξει σε ένα ράφι με περίεργα βιβλία, καθώς η οπτική του Λοντον για τη μελλοντική ζωή και τεχνολογία δεν είναι τόσο προοδευτική όσο αυτή ορισμένων από τους συγχρόνους του. Ωστόσο, ως έργο φανταστικής λογοτεχνίας, το μυθιστόρημα του Λοντον ήταν τρομακτικά προφητικό. Μέσα σε 3 χρόνια από την έκδοση του The Scarlet Plague το 1915, ξέσπασε η πανδημία της γρίπης του 1918-1919. Η γρίπη σκότωνε γρήγορα, αν και όχι τόσο γρήγορα όσο περιγράφεται στο μυθιστόρημα του Λοντον, και προσβλήθηκαν άνθρωποι στην ακμή της ζωής τους, αντί για νέους και ηλικιωμένους, που είναι τα συνήθει θύματα της γρίπης. Αν και οι ακριβείς αριθμοί δεν θα γίνουν ποτέ γνωστοί, εκτιμάται ότι 675.000 θύματα πέθαναν στις ΗΠΑ και ότι μεταξύ 30 και 40 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε όλο τον κόσμο: σχεδόν το 2% του συνολικού παγκόσμιου πληθυσμού. Πολλά από τα θέματα και τις ιδέες που βρίσκονται στο The Scarlet Plague εμφανίζονται και στα έργα μεταγενέστερων συγγραφέων.
Η εικόνα είναι το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του έργου σε βιβλίο.
Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ:
https://www.gutenberg.org/ebooks/21970
Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με αναφορά στην πηγή και τους δημιουργούς.
Τίτλος πρωτότυπου: Camille Flammarion "La Fin du Monde" (1893)
Τίτλος αγγλικής μετάφρασης: Omega: The Last days of the World
Ο Nicolas Camille Flammarion (26/2/1842–3/6/1925) ήταν Γάλλος αστρονόμος και συγγραφέας. Ήταν παραγωγικός συγγραφέας με περισσότερα από πενήντα έργα, μεταξύ των οποίων δημοφιλή επιστημονικά έργα για την αστρονομία, αρκετά αξιόλογα πρώιμα επιστημονικά φανταστικά μυθιστορήματα και έργα για την ψυχική έρευνα. Το 1882 ο Φλαμμαριόν ίδρυσε το περιοδικό L'Astronomie, που εκδίδεται μέχρι σήμερα και ήταν, μετά τη «Λαϊκή Αστρονομία», ο μεγαλύτερος σταθμός για την εκλαΐκευση της επιστήμης αυτής στο ευρύ κοινό. Στη συνέχεια ίδρυσε τη Γαλλική Αστρονομική Εταιρεία, της οποίας υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος. Συνολικά συνέγραψε πάνω από 50 βιβλία, τόσο εκλαϊκευτικά επιστημονικά όσο και φιλοσοφικά δοκίμια, ακόμα και μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας. Υπήρξε ο πρώτος που πρότεινε τα ονόματα Τρίτων και Αμάλθεια για τους δορυφόρους αυτούς του Ποσειδώνα και του Δία. Η μεγαλύτερη επιθυμία του ήταν να αποκτήσει ένα δικό του αστεροσκοπείο, όπου θα μπορούσε να αφοσιωθεί στις μελέτες του χωρίς περιορισμούς και το 1882 ο βαθύπλουτος Meret, θαυμαστής των έργων του, του προσέφερε έκταση στο Juvisy-sur-Orge όπου κτίσθηκε ένα αστεροσκοπείο εξοπλισμένο με τηλεσκόπιο διαμέτρου 24 cm. Από εκεί ο Φλαμμαριόν παρατήρησε την αντίθεση του Άρη το 1884. Το Αστεροσκοπείο του Ζιβισύ έγινε σύντομα τόπος αναφοράς για όλους όσους είχαν έντονο ενδιαφέρον για την Αστρονομία.
Το τέλος του Κόσμου είναι ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας που αρχικά δημοσιεύθηκε σε συνέχειες το 1893 στο περιοδικό Revue illustrée και, όταν εκδόθηκε σε βιβλίο την επόμενη χρονιά συνοδεύτηκε από πολλές εικόνες που φιλοτέχνησαν είκοσι δύο σχεδιαστές. Το μυθιστόρημα προσαρμόστηκε στον κινηματογράφο το 1931 από τον Abel Gance.
Το έργο αυτό είναι ταυτόχρονα επιστημονική φαντασία και επιστημονικό-φιλοσοφικό δοκίμιο, στο οποίο ο αστρονόμος και διαφωτιστής σκιαγραφεί το μέλλον της ανθρωπότητας. Αν και ο Φλαμαριόν αξιοποιεί τις ικανότητές του ως διαφωτιστής για να παρουσιάσει ένα ευρύ φάσμα των προόδων της ανθρωπότητας κατά τη διάρκεια των αιώνων, σε όλη την αφήγησή του επαναλαμβάνει συνεχώς το θέμα του τέλους της Γης. Ενώ στο πρώτο μέρος επαναλαμβάνει σημεία που είχε ήδη εκθέσει πολλά χρόνια νωρίτερα στο έργο του "Οι φανταστικοί και οι πραγματικοί κόσμοι" (1865), σχετικά κυρίως με τις αστρονομικές του θεωρίες για τους πλανήτες του ηλιακού συστήματος, στη συνέχεια επαναλαμβάνει αποσπάσματα από το μυθιστόρημά του για να συνθέσει τα άρθρα "Πώς θα έρθει το τέλος του κόσμου" και "Μετά το θάνατο της Γης", που δημοσιεύτηκαν στη συλλογή Excursions dans le ciel (1898). Τέλος αποτίει φόρο τιμής στο έργο του Jean-Baptiste Cousin de Grainville, "Le Dernier Homme" (1805), ονομάζοντας τον ήρωά του Omégar, ως πρόγονο του. Εκτός από την αναφορά στο πατρώνυμο, το τέλος του έργου φαίνεται να είναι έντονα εμπνευσμένο από το μυθιστόρημα του Grainville.
Πρώτο Μέρος - Στον 25ο Αιώνα - Οι Θεωρίες
00:00:08 - I — Η ουράνια απειλή
00:26:38 - II — Ο κομήτης
00:49:09 - III — Η συνεδρίαση του Ινστιτούτου
01:34:51 - IV — Πώς θα τελειώσει ο κόσμος
02:45:02 - V — Το Συμβούλιο του Βατικανού
03:00:06 - VI — Η πίστη στο τέλος του κόσμου μέσα στους αιώνες
03:49:43 - VII — Η σύγκρουση
Δεύτερο Μέρος - Σε 10 εκατομμύρια χρόνια
04:19:47 - I — Τα στάδια του μέλλοντος
04:41:39 - II — Οι μεταμορφώσεις
05:02:45 - III — Η κορύφωση
05:33:42 - IV — Vanitas vanitatum
05:50:39 - V — Ωμέγα
06:03:45 - VI — Εύα
06:03:45 - VII — Τελευταία μέρα
Επίλογος - Μετά το τέλος του γήινου κόσμου
06:14:25 - Φ
06:21:28 - Χ
06:28:17 - Ψ
06:33:12 - Ω
06:40:46 - Α
Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ μεταφρασμένο στα αγγλικά:
https://www.gutenberg.org/ebooks/57489
Κι εδώ το πρωτότυπο στα γαλλικά:
https://fr.wikisource.org/wiki/La_Fin_du_monde
Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με αναφορά στην πηγή και τους δημιουργούς.
Τίτλος πρωτότυπου: Friedrich Heinrich Karl de la Motte Fouqué "Undine" (1811)
Ουντίνε είναι νουβέλα του Φρίντριχ ντε λα Μοτ Φουκέ που δημοσιεύτηκε το 1811. Η υπόθεση αναφέρεται στο υδάτινο πνεύμα Ουντίνε και τον έρωτά της με έναν ιππότη. Ουντίνες είναι υδάτινα πνεύματα της γερμανικής μυθολογίας, που σε αντίθεση με τις γοργόνες δεν ζούσαν στη θάλασσα, αλλά στα βάθη των ποταμών και των λιμνών. Η ιστορία είναι γραμμένη σαν παραμύθι με απλές τοποθεσίες και χαρακτήρες, το δάσος, η καλύβα του ψαρά, το κάστρο του ιππότη, ο ιππότης, η νύφη και η αντίζηλη. Διαδραματίζεται στον Μεσαίωνα κάπου στη Σουαβία.
Η ιστορία είναι εμπνευσμένη από τα έργα του αποκρυφιστή Παράκελσου ο οποίος στο βιβλίο του για τις Νύμφες αναφέρει ότι οι Ουντίνες μπορούν να αποκτήσουν αθάνατη ψυχή εάν παντρευτούν έναν άνθρωπο. Οι μύθοι τους συνδέονται με τον γαλλικό μύθο της Μελουζίν, στον οποίο ένα υδάτινο πνεύμα παντρεύεται έναν ιππότη με την προϋπόθεση ότι δεν θα τη δει ποτέ τα Σάββατα, οπότε ξαναβρίσκει το σχήμα της γοργόνας. Σχετική είναι και η γερμανική μυθιστορία Πέτερ φον Στάουφενμπεργκ (1310), στην οποία μια νεράιδα σκοτώνει τον εραστή της όταν αυτός παντρεύεται μια γυναίκα. Ο Fouqué μπορεί να επηρεάστηκε πιο άμεσα από το Comte de Gabalis, ένα μυθιστόρημα των Ροζικρουσιανών που διασκεύαζε τις ιδέες του Paracelsus. Ένα άλλο πρότυπο ήταν πιθανώς η όπερα του 1798 Das Donauweibchen, η οποία —όπως και η Undine— διαδραματίζεται γύρω από τον Δούναβη και παρουσιάζει ένα ερωτικό τρίγωνο μεταξύ ενός άνδρα, μιας γυναίκας και μιας νύμφης του νερού.
Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, το βιβλίο ήταν πολύ δημοφιλές. Ο George MacDonald θεωρούσε το Undine «το πιο όμορφο» από όλα τα παραμύθια, ενώ ο Lafcadio Hearn αναφερόταν στο Undine ως «εξαιρετική γερμανική ιστορία» στο δοκίμιό του «Η αξία του υπερφυσικού στη μυθοπλασία». Οι αναφορές στην Undine σε έργα όπως το The Daisy Chain της Charlotte Mary Yonge και το Little Women της Louisa Alcott δείχνουν ότι ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα βιβλία για πολλά παιδιά του 19ου αιώνα.
Είναι χαρακτηριστικό του γερμανικού ρομαντισμού, ένα από τα σημαντικότερα αυτής της εποχής και επηρέασε πολλά μουσικά, λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα. Η πρώτη διασκευή της Undine ήταν η όπερα του E. T. A. Hoffmann το 1816. Ήταν μια συνεργασία μεταξύ του Hoffmann, ο οποίος συνέθεσε τη μουσική, και του Fouqué, ο οποίος διασκεύασε το δικό του έργο σε λιμπρέτο. Η όπερα αποδείχθηκε πολύ επιτυχημένη και ο Carl Maria von Weber την εξήρε στην κριτική του ως το είδος της σύνθεσης που επιθυμούν οι Γερμανοί.
Στη δεκαετία του 1830, η νουβέλα μεταφράστηκε σε δακτυλικό εξάμετρο από τον ρομαντικό ποιητή Βασίλι Ζουκόφσκι. Αυτή η μετάφραση σε στίχους έγινε κλασική από μόνη της και αργότερα αποτέλεσε τη βάση για το λιμπρέτο της οπερατικής διασκευής του Τσαϊκόφσκι, της οποίας αποσπάσματα παρουσιάστηκαν στη Μόσχα το 1870. Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν επηρεάστηκε από την απεικόνιση των ψυχών στο Undine ενώ έγραφε το «Η Μικρή Γοργόνα».
Κινηματογραφικές διασκευές:
2009, Ondine, μια ιρλανδική ρομαντική δραματική ταινία, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Neil Jordan, με πρωταγωνιστές τους Colin Farrell και Alicja Bachleda. Η ταινία γυρίστηκε στο Castletownbere και αναφέρεται στην πιθανή ύπαρξη του μυθικού selkie που φέρνει ελπίδα και αγάπη στην ανθρωπότητα.
2020, Undine, μια γερμανό-γαλλική ρομαντική φανταστική ταινία σε σκηνοθεσία του Christian Petzold. Έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στις 23 Φεβρουαρίου 2020 στο 70ό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, όπου επιλέχθηκε για να διαγωνιστεί για το Χρυσό Αρκούδα στην ενότητα του διαγωνισμού. Η Paula Beer κέρδισε την Ασημένια Άρκτο για την Καλύτερη Ηθοποιό.
Εικόνα: John William Waterhouse - Undine (1872)
Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ: https://www.projekt-gutenberg.org/fouque/undine/undine.html
Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με αναφορά στην πηγή και τους δημιουργούς.
Τίτλος πρωτότυπου: Robert E. Howard "Red Nails" (1936)
Το «Red Nails» είναι η τελευταία από τις ιστορίες με πρωταγωνιστή τον Κόναν τον Κιμμέριο, που γράφτηκε από τον Χάουαρντ. Πρόκειται για μια νουβέλα που αρχικά δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Weird Tales από τον Ιούλιο έως τον Οκτώβριο του 1936, τους μήνες μετά την αυτοκτονία του Χάουαρντ. Η ιστορία διαδραματίζεται στην φανταστική Υβοριανή Εποχή και αφορά τον Κόναν που εισέρχεται σε μια χαμένη πόλη, οι εκφυλισμένοι κάτοικοι της οποίας είναι μπλεγμένοι σε μια αιματηρή βεντέτα. Λόγω των σκοτεινών θεμάτων της, όπως η παρακμή και ο θάνατος, η ιστορία θεωρείται κλασική της παράδοσης του Κόναν, ενώ παράλληλα αναφέρεται από τους μελετητές του Χάουαρντ ως μία από τις καλύτερες ιστορίες του.
Οι ιστορίες του Χάουαρντ εκφράζουν συχνά την πεποίθηση του συγγραφέα ότι οι πολιτισμοί φέρουν τους σπόρους της ίδιας τους της καταστροφής. Ο Howard βρήκε στο είδος της χαμένης πόλης ένα μέσο για να εκφράσει αυτές τις απόψεις. Στις αρχές του 1935, σχολίασε «όταν ένας πολιτισμός αρχίζει να παρακμάζει και να πεθαίνει, το μόνο πράγμα που σκέφτονται οι άνδρες και οι γυναίκες είναι η ικανοποίηση των σωματικών τους επιθυμιών. Ασχολούνται αποκλειστικά με το σεξ. Αυτό επηρεάζει τους νόμους τους, τη θρησκεία τους — κάθε πτυχή της ζωής τους. Δουλεύω πάνω σε μια ιστορία σαν αυτή τώρα — μια ιστορία του Κόναν. Όταν έχεις έναν πολιτισμό που πεθαίνει, ο φυσιολογικός, αποδεκτός τρόπος ζωής δεν είναι αρκετά ισχυρός για να ικανοποιήσει τις καταραμένες ακόρεστες ορέξεις των εταίρων και, τελικά, όλων των ανθρώπων. Στρέφονται προς τον λεσβιακό έρωτα και πράγματα σαν αυτό για να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες τους. Θα το ονομάσω "Η Κόκκινη Φλόγα του Πάθους"». Η ιδέα που θα γινόταν το «Red Nails» συνέχισε να ωριμάζει στο μυαλό του και αργότερα εκείνο το έτος άρχισε να γράφει την ιστορία. Θα ήταν η τελευταία μεγάλη φανταστική ιστορία που θα ολοκλήρωνε.
Το 1935 ο Χάουαρντ βρέθηκε να επιβαρύνεται με ιατρικά έξοδα για τη θεραπεία της άρρωστης μητέρας του. Η πληρωμή από το Weird Tales γινόταν όλο και πιο αβέβαιη. Στις αρχές Μαΐου έγραψε στον εκδότη του, Φάρνσγουορθ Ράιτ, παρακαλώντας τον να του πληρώσει τα χρήματα που του όφειλε. Τότε το Weird Tales όφειλε στον Χάουαρντ πάνω από οχτακόσια δολάρια για ιστορίες που είχαν ήδη δημοσιευτεί. Ο Ράιτ πλήρωνε τον Χάουαρντ σε μηνιαίες δόσεις, αλλά οι επιταγές σταμάτησαν ακριβώς όταν ο Χάουαρντ τις χρειαζόταν: «Μια μηνιαία επιταγή από το Weird Tales μπορεί να σημαίνει για μένα τη διαφορά μεταξύ μιας ζωής που είναι τουλάχιστον ανεκτή και ένας Θεός μόνο ξέρει τι».
Στις 22 Ιουλίου 1935, ο Χάουαρντ έστειλε το χειρόγραφό του «Red Nails» στο Weird Tales. Την ίδια εποχή, μοιράστηκε τις σκέψεις του με τον Κλαρκ Άστον Σμιθ: «Έστειλα χθες ένα σενάριο στον Ράιτ το οποίο ελπίζω ειλικρινά να του αρέσει. Είναι η πιο ζοφερή, αιματηρή και ανελέητη ιστορία της σειράς μέχρι τώρα. Ίσως περιέχει υπερβολικά πολύ ωμό κρέας, αλλά απλώς απεικόνισα αυτό που ειλικρινά πιστεύω ότι θα ήταν οι αντιδράσεις ορισμένων τύπων ανθρώπων στις καταστάσεις στις οποίες βασίζεται η πλοκή της ιστορίας». Αργότερα μέσα στο έτος γράφει στον Λάβκραφτ: «Η τελευταία ιστορία που πούλησα στο Weird Tales — και που μπορεί να είναι η τελευταία φανταστική ιστορία που θα γράψω ποτέ — ήταν για τον Κόναν, η πιο αιματηρή και πιο σέξι παράξενη ιστορία που έγραψα ποτέ. Δεν ήμουν ικανοποιημένος με τον τρόπο που χειριζόμουν τις φθίνουσες φυλές στις ιστορίες μου, για τον λόγο ότι η εκφυλισμός είναι τόσο διαδεδομένος σε τέτοιες φυλές που δεν μπορεί να αγνοηθεί ως κίνητρο και ως γεγονός, αν η μυθοπλασία θέλει να έχει κάποια αξίωση ρεαλισμού. Το αγνόησα σε όλες τις άλλες ιστορίες, ως ένα από τα ταμπού, αλλά δεν το αγνόησα σε αυτή την ιστορία.»
Το έργο υπάρχει ελευθέρα διαθέσιμο εδώ:
https://gutenberg.org/ebooks/32759
Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με αναφορά στην πηγή και τους δημιουργούς.